Το εισιτήριο

«Τα καλύτερα χρόνια είναι τα φοιτητικά». Όλο και κάπου θα το έχεις ακούσει. Είτε κατάφερες να γίνεις φοιτητής, είτε όχι, την φράση αυτή μπορεί να την άκουσες και ένα εκατομμύριο φορές, ειδικά στην Τρίτη Λυκείου. Αν πάλι το ένα εκατομμύριο φαίνεται υπερβολικός σαν αριθμός, την μια φορά δεν την έχεις γλυτώσει.

Γράφει η Αναστασία Χοτομανίδου*

Τα φοιτητικά χρόνια είναι αναμφίβολα από τα πιο ωραία χρόνια. Υπάρχει αυτή η ανεμελιά, οι ευθύνες είναι σαφώς λιγότερες και η μετάβαση στην ενηλικίωση σημάδι ορατό. Ωστόσο είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσεις πόσο πραγματικά ωραία είναι αυτά τα χρόνια την στιγμή που είσαι φοιτητής.

Μου πήρε περίπου δέκα δεύτερα να καταλάβω ότι το φοιτητικό μου πάσο είχε λήξει και ο οδηγός του λεωφορείου περίμενε καρτερικά να τον πληρώσω. Το σοκ ήταν μεγάλο. Σαφώς και ήξερα ότι το φοιτητικό μου πάσο θα έληγε. Υποσυνείδητα μάλλον προσπαθούσα να πάρω κάποια παράταση. Ίσως έφταιγε και το ότι το πάσο μου έληξε, ενώ ήμουν διακοπές σε ένα χωριό του Πηλίου και η προσγείωση στην πραγματικότητα ήταν ανώμαλη.

Πλήρωσα το αντίτιμο του κανονικού εισιτηρίου και καθώς πλησιάζαμε στα ΚΤΕΛ του Βόλου είχα αρχίσει να ανησυχώ λιγάκι για το μειωμένο εισιτήριο που είχα εκδώσει για την επιστροφή στην Θεσσαλονίκη, όσο το πάσο μου ήταν σε ισχύ. Κανείς ευτυχώς δεν ζήτησε να το δει και εγώ απόλαυσα πανευτυχής την διαδρομή της επιστροφής, μιας και είχα γλυτώσει κάποια χρήματα.

Η χαρά μου κράτησε για περίπου δύο ώρες και δέκα λεπτά. Όσο και η διαδρομή. Γιατί το ίδιο σύστημα ισχύει και για τα αστικά λεωφορεία της Θεσσαλονίκης. Αν είσαι φοιτητής ρίχνεις το 50λεπτο στο μηχάνημα και έχεις το εισιτήριο σου, αν όμως το πάσο σου έχει λήξει εδώ και τρεις μέρες αρνείσαι πεισματικά να αποχωριστείς το μονόευρω σου στο μηχάνημα του ΟΑΣΘ. Μονόευρω το οποίο αποχωρίστηκα, γιατί είμαι αρκετά νομοταγής και ένα άγχος με διακατέχει, αν δεν κρατάω ένα εισιτήριο.

Οι επόμενοι μήνες κύλησαν με δυσκολία. Γιατί, ναι μεν δεν μπορούσα να μην κόβω εισιτήριο, απ’ την άλλη όμως το ένα ευρώ μου φαινόταν αστρονομικό. Ειδικά στην περίπτωση που οι μετακινήσεις μου μέσα στην μέρα ήταν πάνω από δύο διαδρομές. Έτσι πότε κόβω μισό εισιτήριο και πρακτικά είμαι παράνομη και πότε ολόκληρο, κυρίως τις φορές που πιστεύω οτι υπάρχει περίπτωση να ανέβει ελεγκτής στο αστικό.

Κάθε φορά παλεύουν μέσα μου δύο δυνάμεις. Η μία είναι αυτή της ενηλικίωσης. Σκέφτομαι την χαρά της αποφοίτησης μου και την ευτυχία που ένιωθα την μέρα της ορκωμοσίας μου. Πόσο ανυπομονούσα για αυτό το μετά, έχοντας πια καταφέρει να ολοκληρώσω τον φοιτητικό μου κύκλο.

Από την άλλη αυτή η παρόρμηση να κόψω το μειωμένο εισιτήριο, όπως έκανα τόσα χρόνια. Με αυθάδεια σχεδόν, γιατί πάντα ένιωθα ωραία που μπορούσα να έχω μειωμένο εισιτήριο. Λες και ήταν κάτι που είχα μοχθήσει να αποκτήσω και δεν γινόταν κανείς να μου το πάρει πίσω.

Έτσι, λοιπόν, αντί να αφήνω να τριγυρνούν διάφορα στο μυαλό μου την στιγμή που το αστικό φτάνει, εγώ ποντάρω για το εισιτήριο. Και για τα πρώτα εκείνα λεπτά της διαδρομής εύχομαι να μπορούσα να έχω πίσω τη φοιτητική μου ταυτότητα. Η οποία παρεμπιπτόντως βρίσκεται ακόμη στη εύκολη θήκη και παντού μαζί μου, γιατί ποτέ δεν ξέρεις που μπορεί να χρειαστεί.

*Η Αναστασία Χοτονομανίδου είναι καθηγήτρια γερμανικής φιλολογίας

Leave a Reply

For security, use of Google's reCAPTCHA service is required which is subject to the Google Privacy Policy and Terms of Use.

If you agree to these terms, please click here.